Δώσε μου τον έλεγχο μιας καμπίνας μαχητικού και δεν θα με βγάλεις έξω. Το Wings of Glory από το 1995 είναι ένα υβρίδιο ανάμεσα σε προσομοίωση και τακτική που φαίνεται να θέλει να είναι όλα ταυτόχρονα, αλλά δεν διαδραματίζει κύριο ρόλο σε κανένα. Ωστόσο έχει τους οπαδούς του — ακριβώς επειδή ρίχνεται ανορθόδοξα ανάμεσα στα είδη.

Παίζεις στο χάος των αεροσκαφών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Είτε χειρίζεσαι το μαχητικό ή το βομβαρδιστικό σου από την καμπίνα μέσα από χάρτες σε μεμονωμένους πύργους πολυβόλων. Το παιχνίδι σου δίνει ελευθερία — και σε διδάσκει αμέσως να την μισείς. Εναλλάσσεσαι ανάμεσα σε τρεις γωνίες κάμερας, κάτι που είναι ενδιαφέρον στη θεωρία, αλλά στην πράξη τα φτερά σου χάνουν τον προσανατολισμό και παλεύεις προσπαθώντας να καταλάβεις τι πραγματικά συμβαίνει.
Τα χειριστήρια πτήσης συμπεριφέρονται έτσι — δεν σέβονται τη σειρά που κάποιος εξασθενημένος σε προσομοιώσεις όπως A-10 Tank Killer ή Falcon θα περίμενε. Ο έλεγχος πτήσης είναι ηλίθια βασισμένος σε εντολές, σαν να έτρεχε το αεροσκάφος σε αόρατες ράγες παρά μέσα από τον αέρα. Όταν αποφασίζεις να προσβάλεις τον εχθρό, που είναι στην πραγματικότητα το μόνο που μπορεί να είναι재미있는, ανακαλύπτεις ότι οι κάμερες πετούν τρελές, και το σκοποβολισμό φαίνεται σαν κάποιος να κυλάει ζάρια πίσω σου. Δεν ξέρεις καν αν χτύπησες μέχρι ο εχθρός να εξαφανιστεί ξαφνικά από την οθόνη.
Ωστόσο — και εδώ είναι το ενδιαφέρον μέρος — όταν το παιχνίδι κάνει κλικ, όταν απλώς σταματάς να πολεμάς το σύστημα και απλώς πετάς, είναι ευχάριστη βραδινή ψυχαγωγία. Τα γραφικά για OS/2 και DOS ήταν αξιοπρεπή για τα ενενήντα, η μουσική κρατάει τα πράγματα αρκετά γρήγορα. Σε μια συλλογή παιχνιδιών από εκείνη την εποχή, ξεχωρίζει γιατί δεν είναι συμβατικό, γιατί κανείς δεν θυμάται τους κανόνες και όλοι πρέπει να τους βρουν ξανά.
Για τον σημερινό παίκτη, το Wings of Glory προσφέρει μια ματιά στο όταν οι προσομοιώσεις δεν ήταν ακόμη βιομηχανοποιημένες, όταν οι προγραμματιστές τολμούσαν να πειραματιστούν ακόμα και με τον κίνδυνο σύγχυσης. Δεν είναι Falcon ή Il-2, αλλά όταν το εκκινήσεις στο πρόγραμμα περιήγησής σου, θα καταλάβεις γρήγορα γιατί γράφτηκε σιωπηλά στα ενενήντα. Δεν ήταν καλό. Αλλά ήταν διαφορετικό.